Φίλες και φίλοι της Λέσχης Ανάγνωσης Δράμας η ομάδα μας κατεβάζει ρολά για το καλοκαίρι. Ευχόμαστε σε όλους δροσερές αποδράσεις ε και κάποια διαβάσματα που να μας ενθουσιάσουν.
Το βιβλίο που διαλέξαμε στη χτεσινή μας συνάντηση για το καλοκαίρι είναι το τελευταίο πόνημα του Μουράτη Κοροσιάδη με τον παράξενο τίτλο ΓΚάΡΝΑ. Είναι η ιστορία ενός μικρού, αφημένου από τους μετανάστες στη Γερμανία γονείς στη γιαγιά, στο χωριό, σε ένα περιβάλλον προσφύγων με έντονο την ανάμνηση της τούρκικης γλώσσας που οι παππούδες της δεκαετίας του 60 μιλούσαν στα νιάτα τους πριν πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς. Είναι η ιστορία ενός παιδιού που μεγαλώνει και αντρώνεται σε μια Ελλάδα που αλλάζει σε μια κοινωνία που περνάει από σαράντα κύματα ενώ οι αξίες μεταλλάσσονται . Ένα βιβλίο γεμάτο ιστορίες που κάτι θυμίζουν , με γλώσσα λογοτεχνική αλλά και με ένα κείμενο βαθιά φιλοσοφημένο.
Είχε πέσει μέσα στην γκιόλα το πουλί. Και πνίγηκε ακόμα μια φορά. Αυτή τη φορά χειρότερα από την πρώτη. Άνθρωποι, βατράχια και πουλιά, ίδια μοίρα όλοι. Και το αίμα τους να δίνει κοκκινωπή απόχρωση στη λάσπη. Είναι κι αυτή μια εκδοχή της δημιουργίας. Ότι έτσι είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι. Ζυμωμένοι με λάσπη και μ' αίμα. Αθώων κατά προτίμηση. Ώστε να έχουν από γεννησιμιού τους όλοι τους μια ενοχή και ένα χρέος. Επειδή γεννήθηκαν. Έτσι λένε κάποια βιβλία ότι έφτιαξαν οι θεοί της Βαβυλώνας τον άνθρωπο. Δεν φαίνεται να άλλαξαν έκτοτε και πολύ οι προτιμήσεις τους. Ούτε των θεών ούτε και των ανθρώπων. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ξαναγράφω εδώ ( το κείμενο το ανέβασα πριν μερικές μέρες στη σελίδα της ομάδας Λέσχη Ανάγνωσης Δράμας, στο fb) μερικές σκέψεις μου για το βιβλίο ΓΚάΡΝΑ.
Ο Μουράτης Κοροσιάδης, για πολλά χρόνια μέλος της Λέσχης Ανάγνωσης Δράμας, έχει γράψει ,εκτός των άλλων πονημάτων του, δύο συλλογές διηγημάτων: Το σύνθημα και Ήμερες ημέρες και τώρα μας εκπλήσσει, ευχάριστα πάντα, με ένα μυθιστόρημα με τον παράξενο τίτλο ΓΚάΡΝΑ.
Το διάβασα σχεδόν χωρίς διακοπή, ενώ δεν είναι από τα βιβλία που η περιέργεια για την εξέλιξη της ιστορίας σε σπρώχνει να γυρίσεις σελίδα, τουλάχιστον σε ένα μεγάλο μέρος του.
Αυτό που σε σπρώχνει να συνεχίσεις είναι μια άλλη περιέργεια, μια αναμονή για κάποιες φράσεις –πυγολαμπίδες , που σε βάζουν σε σκέψεις, που τις κρατάς σαν υποσημείωση ,που θέλεις να ξαναδείς γιατί αφορούν τον καθένα μας, σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο.
Η ιστορία μας διαδραματίζεται κυρίως στα Κύργια της Δράμας, γενέθλιο τόπο του συγγραφέα, από τη δεκαετία του 60 έως και τη δεκαετία του 80.
Ο μικρός Δημήτρης, μεγαλώνει με τη γιαγιά και το παράπονο, αφού οι γονείς είναι εργάτες στη Γερμανία . Η γιαγιά, όπως και οι μεγάλοι ι μιλάνε και τη γλώσσα που μιλάγανε στην Πατρίδα, πριν τον ξεριζωμό. Ελληνικά και τούρκικα ανακατεμένα, γλώσσες ανακατεμένες σε καιρούς άνω κάτω.
Η ιστορία ξεκινάει με ένα συμβάν που δηλώνει πως το παιδί όταν μεγαλώσει θα είναι πολύ τυχερό και σύντομα η τύχη του επιβεβαιώνεται. Ο μικρός σώζεται από την επίθεση ενός πεινασμένου λύκου, χάρη στην παλληκαριά ενός παλιού καπετάνιου και μετά από αυτό το δεκάχρονο φοβισμένο αγόρι, που δυσκολευόταν να πει και το όνομά, του γίνεται ο γενναίος Ασλάν_Δημήτρης .
Η ζωή στο χωριό, στα καπνοχώραφα και στις αλάνες περιγράφεται μέσα και από διάφορα περιστατικά και ο αναγνώστης παρακολουθεί το μικρό αγόρι να μεγαλώνει, να προχωράει με θάρρος σε μια χώρα που ταλαιπωρείται από χούντα, τραμπούκους, φανατισμό και χειραγώγηση.
Ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο κάνει ένα ταξίδι ακολουθώντας πολλές παρακαμπτήριες διαδρομές, που πλουτίζουν την αρχική ιστορία με παράλληλες ιστορίες που αφορούν την περίοδο και τον τόπο. Τέτοιες είναι οι ιστορίες με τις κρυμμένες λίρες, τον τραμπούκο αγροφύλακα, η ιστορία του Θόδωρου του μαθηματικού που με την αγάπη του για τους αρχαίους σταμάτησε ένα λιντσάρισμα ανάμεσα σε πράσινα και γαλάζια χαϊβάνια, την εξομολόγηση του παπά στην αγαπημένη του Δημήτρη, τη Μαρία, μέσα στην εκκλησία που της προσέφερε καταφύγιο μετά από διαδήλωση και άλλα πολλά στιγμιότυπα της εποχής που δεν αξίζουν ως φωτογραφίες του τότε αλλά ως ακτινογραφίες του τι και του γιατί του ανθρώπινου όντος.
Η Μαρία είναι η φωτεινή εποχή του Δημήτρη, εκείνη όμως φεύγει και σκοτώνεται υπερασπιζόμενη τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, εκείνος σιγά- σιγά χάνει τα έρμα του και μέσα σε ένα κόσμο που φέρεται και άγεται από πολιτικάντηδες και καιροσκόπους αποφασίζει πως θα είναι μαζί τους για το καλό του τόπου και κυρίως για τη δική του επαγγελματική ανέλιξη, για το δικό του μερίδιο στην εξουσία.
Υπάρχει και ένα μικρό αγόρι, το παιδί του Δημήτρη και της Μαρίας, ένα αγόρι που θα ζήσει με τον πατέρα πια και με τη γιαγιά, ένα αγόρι που θα μεγαλώσει κι αυτό μόνο του.
Τέλος υπάρχει και η Γκάρνα, ένα μικρό πουλί, με ωραίο κελάηδημα και κόκκινα φτερά. Ένα πουλάκι που εμφανίζεται δυο φορές στο βιβλίο. Την πρώτη για να ταυτιστεί ο ήρωας με το πουλί που απελπισμένο από τη στέρηση της ελευθερίας του μαδάει τα φτερά του . Τη δεύτερη φορά που ο ήρωάς μας έχει ήδη πάρει το δρόμο προς το δικό του κλουβί .
« Η γκάρνα στάθηκε στο πεζοδρόμιο. Κατέβηκε στον δρόμο. Περπάτησε για λίγο πάνω κάτω. Και άνοιγε σαστισμένη τα φτερά της. Αλλά δεν πέταξε. Γύρισε μόνο το κεφαλάκι της και με το ράμφος της τράβηξε και έβγαλε ένα πούπουλο από τα φτερά της. Το’βαλε κάτω από το ένα ποδαράκι και με το άλλο το έσπρωχνε και προσπαθούσε να κάνει τσουλήθρα μέσα στον δρόμο. Όπως κάνουνε πατίνι τα παιδιά. Το φτερό δε γλίστραγε πάνω στην άσφαλτο. Ούτε τσουλούσε. Κι όπως το πατούσε και το έσερνε, αυτό μαδούσε και χάλαγε. Έβγαζε άλλο πούπουλο τότε από τα φτερά της. Και ξανά πάλι. Και αντί να πετάξει στον ουρανό, σερνότανε στον δρόμο η γκάρνα χαραμίζοντας ένα-ένα τα φτερά της. Κόκκινα πούπουλα γέμισε ο δρόμος».
Να διαβαστεί, να συζητηθεί και να μακροημερεύσει, η ΓΚάΡΝΑ σου φίλε Μουράτη.
.jpg)
.webp)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου