Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

 Για το Γιάννη Ατζακά ο λόγος. Που θα συζητήσουμε το βιβλίο του ΘΟΛΟΣ ΒΥΘΟΣ την ερχόμενη Κυριακή τελικά, 18 Γενάρη, στο Παλιό Ρολόι της Δράμας, στις 6,30 το απόγευμα.

Διάβασα πρώτα, το πρώτο του βιβλίο ΔΙΠΛΩΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ .Με γοήτευσε η γραφή και η περιγραφή της ζωής του μικρού ορφανού Γιάννη (το βιβλίο είναι και βιογραφικό ) δίπλα στη γιαγιά που το μεγαλώνει με έγνοια, τρυφερότητα και πολλή αγάπη, ώσπου να το δώσει στα σχολειά της Φρειδερίκης για να μάθει μια τέχνη.

Θέλω να μοιραστώ μαζί σας  κάποια αποσπάσματα που με άγγιξαν.

από το βιβλίο Διπλωμένα φτερά του Γιάννη Ατζακά

"Kάθε  φορά  μού  στεριώνει την ψυχή να ξέρω ότι τα παλαιά είναι θεμελιωμένα πάνω σε πιο παλaιά κι αυτά σ’ ακόμη παλαιότερα. Αυτό με κάνει να νιώθω πως μια ρίζα τόσο βαθιά δεν είναι εύκολο να φτάσει κανείς και να την κόψει "(σελίδα 57).

Αυτό που μας σπρώχνει στα περασμένα και τα μακρινά είναι πολύ πιο πολύπλοκο από την αγιάτρευτη νοσταλγία μιας περασμένης εποχής . 

"Άνθρωποι, σχέσεις, καταστάσεις, εδώ και πολύν καιρό, αλλάζουν μ’ έναν τρόπο ακατανόητο από σένα, με έναν ραγδαίο ρυθμό που δεν έχεις τη δύναμη, στην πραγματικότητα ούτε και τη θέληση, να τον παρακολουθήσεις και αποτραβιέσαι όλο και περισσότερο στις πιο απόμακρες άκρες, να γλιτώσεις απ’ αυτή την τερατώδη, την τυραννική  πλημμυρίδα των αυτοκινήτων, των κινητών, των κεραιών, των καλωδίων, των μηνυμάτων για το τίποτε. Και δεν βρίσκεις πουθενά, ούτε σε δάσος ούτε σε ακτή, μια γωνιά ήσυχη και καθαρή ν’ ακουμπήσουν τα μάτια σου".(σελ.16-17)

"Και στα περασμένα, στα πολυκαιρισμένα είναι κάτι ακόμη βαθύτερο που σε σπρώχνει. Μια ακαθόριστη αίσθηση πως κάτι εχθρικό και βάρβαρο  έρχεται προς τα σένα, προς τους περισσότερους ίσως...Το νιώθεις με μια σκοτεινή προαίσθηση πως το μοναδικό  μέλλον που μας περιμένει είναι να ζήσουμε ξανά και ξανά το ξεχασμένο παρελθόν μας. Χωρίς όμως την ασφάλεια που αυτό παρέχει, μόνο και μόνο γιατί είναι πια παρελθόν και ό,τι  κακό ήταν να γίνει έχει πια γίνει και τίποτε χειρότερο δεν πρόκειται να συμβεί...Τα γεγονότα σε ενδιέφεραν αφού είχαν ολοκληρωθεί. Μόνο τότε μπορούσες να συλλάβεις την κρυφή αλληλουχία τους, να αναλύσεις τα βαθύτερα κίνητρα".(σελ.17)

Εξακριβώνεις πρώτα την ακολουθία των γεγονότων και καθορίζεις τα πρόσωπα που με την παρουσία τους ...επηρέασαν την εξέλιξή τους. Καταγράφεις έπειτα τις πράξεις ή τις παραλείψεις των προσώπων, διαπιστώνεις τις συνέπειες που αυτές είχαν, αξιολογείς τελικώς τη σημασία τους. Κι ας το έμαθες καλά με τον καιρό πως τα μόνα που αντέχουν στο χρόνο και στο τέλος δεν χάνονται είναι ένα ελάχιστο χάδι, ένα κρυφό δάκρυ, ένα σβησμένο χαμόγελο, που μένουν για πάντα αμάραντα.(σελ. 17)

"Κι αν καμιά φορά ψηλώσει ο νους σου κι εσένα και πιάσεις να βάλεις στο χαρτί όλες τις αλλόκοτες αυτές σκέψεις σου, αυτό θα το κάνεις όχι τόσο για να καταγράψεις τα ήθη μιας εποχής ούτε για να καταθέσεις άλλη μια μαρτυρία. Ακόμη ούτε τόσο από τη δική σου εσωτερική ανάγκη για έκφραση. Για όλα αυτά μπορεί, μπορεί και για άλλους ανομολόγητους λόγους. Αλλά περισσότερο είναι ένας στερνός αποχαιρετισμός σ’ έναν κόσμο που έφυγε για πάντα και μαζί του έφυγαν κι εκείνοι που τον κράτησαν στις πλάτες τους και τον έφεραν ως τις δικές μας μέρες. Πρέπει να το κάνεις αυτό κάποτε. Για να είναι ...σαν ένας τρυφερός ασπασμός στους ανθρώπους του μόχθου, του αιώνα που πέρασε, σ’ αυτούς που πρόλαβες κι αντάμωσες και στους πιο παλιούς ‘ που άντεξαν αγόγγυστα όλες τις δοκιμασίες και τα δεινά του δύσκολου καιρού τους’ που μια ζωή τα έδιναν όλα στους δικούς τους-και την ψυχή τους την ίδια-και δεν έλαβαν στο χέρι παρά ελάχιστα ψίχουλα". (σελ.17-18)


Διάβασα μετά το Κάτω από τις οπλές και τέλος το βιβλίο του μήνα 

ΘΟΛΟΣ ΒΥΘΟΣ.

Είναι η συνομιλία εκ βαθέων του ηλικιωμένου Γιάννη, στο χωριό που μεγάλωσε, μισό αιώνα μετά, με το μικρό παιδί που από τα οχτώ ως τα δεκατέσσερα, προσπαθούσε να μεγαλώσει πηγαίνοντας σαν δέμα από παιδούπολη σε παιδούπολη.

Η γεύση της πικρής ζωής του μικρού ορφανού και η επίγευσή της από τον ώριμο πια εαυτό του κάνουν έναν αλλόκοτο συνδυασμό που η γραφή του Ατζακά απογειώνει τη σημασία του.

Αντιγράφω εδώ ένα απόσπασμα, από τη σελίδα186.

«Υπήρχαν μόνο τα απαραίτητα και έτσι τα προσωπικά συναισθήματα ήταν εντελώς περιττά. Είχαν μάθει ν’ αγαπούν μόνο την πατρίδα, τη βασίλισσα, την Παναγιά και το Χριστό. Για τους άλλους ανθρώπους, ακόμα και για τους πιο δικούς, δεν έμεινε τίποτε. Μια βαθιά απάθεια, σαν μια σπάνια και άγνωστη νόσος, χωρίς συμπτώματα, χωρίς πόνο αλλά και χωρίς ίαση, πρέπει να είχε προσβάλλει τον ίδιο όπως και τα περισσότερα παιδιά. Το μόνο που μπορούσε τότε να νιώσει ήταν το αίσθημα μιας ατέλειωτης εγκατάλειψης, μιας περηφάνιας άπειρες φορές πληγωμένης»

Κλείνω με την αφιέρωση του συγγραφέα στην αρχή του βιβλίου του:

Στα 

Παιδιά του Εμφυλίου,

Πικρό καρπό 

Από τα στάχυα

Που θέρισε 

Το «δίκοπο δρεπάνι».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου